«Να αφήσω τα παιδιά μου να πεινάνε; Και να τα δω να φεύγουν για τα ξένα; Αδύνατον»


- Γιατρέ μου, πόσο κοστίζουν τα φάρμακα που μου γράφεις;
- Φτηνά είναι μπάρμπα-Γιώργη…
- Αχ! Νάσαι καλά, γιατί έμεινα με ένα εικοσάρικο όλο κι όλο.
- Γιατί βρε μπάρμπα-Γιώργη; Εγώ βλέπω ότι είσαι συνταξιούχος του ΙΚΑ. Πόση σύνταξη παίρνεις;
- Έπαιρνα πολύ καλή σύνταξη. Γύρω στα 800 ευρώ. Όπως ξέρεις όμως μας έχουνε κόψει αρκετά, και τώρα μου δίνουνε περίπου 650.
- Καλά, και δεν σου φτάνουνε 650 ευρώ; Το σπίτι στο χωριό είναι δικό σας, ο μπαξές μπροστά σας πάντα γεμάτος, κι απ’ ότι γνωρίζω εσύ και η κυρά Δέσποινα είστε μονάχα.
- Έτσι όπως τα λες είναι γιατρέ μου, αλλά…
- Τί αλλά χρυσέ μου άνθρωπε; Τί σας συμβαίνει;
- Άκουσε γιατρέ: Εδώ και ενάμισι χρόνο ο γιός μου είναι άνεργος. Η γυναίκα του το ίδιο .
Μου λένε: «Πατέρα δεν αντέχουμε άλλο αυτή την κατάσταση. Έχουμε μείνει άφραγκοι. Τα παιδιά μας τα κόψαμε από τα Αγγλικά. Τα ρούχα τους μικραίνουνε και δεν μπορούμε να τους πάρουμε καινούργια. Στο σχολείο δεν έχουμε να τους δώσουμε ούτε πεντάρα! Αποφασίσαμε λοιπόν να φύγουμε για δουλειά στη Γερμανία».
Από τότε, καλέ μου γιατρέ, κάθε μήνα η σύνταξή μου ολόκληρη πάει κατευθείαν για τις ανάγκες των παιδιών. Να αφήσω τα παιδιά μου να πεινάνε; Και να τα δω να φεύγουνε για τα ξένα; Αδύνατον!
Εγώ και η γριά όπως-όπως θα τα καταφέρουμε. Να είναι καλά ο μπαξές μας, οι τραχανάδες και τα χρυσά χεράκια της κυρα-Δέσποινας. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί αραίωσαν οι επισκέψεις μας σε σένα, γιατί σε ρωτάω με αγωνία για το κόστος των φαρμάκων, γιατί εξαφανίστηκα από το καφενείο του χωριού; Καταλαβαίνεις τώρα γιατί το ζάχαρό μου τρελάθηκε τελευταία, και η βουβωνοκήλη, που μου είπες να την χειρουργήσω, έχει γίνει διπλάσια ; Με ζυμαρικά και πατάτες, γιατρέ μου, ρεγουλάρεται το ζάχαρο; Και με τί λεφτά να ξεκινήσω για το νοσοκομείο;
Τα παιδιά μου όμως να είναι καλά και τα εγγόνια μου. Εμείς το ψωμί μας το φάγαμε. Χαλάλι τους η σύνταξή μου ολόκληρη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου